Το κτήριο, Δημήτρης Δελέγκος

ΤΟ ΚΤΗΡΙΟ

Με το πέρασμα των χρόνων έχω την εντύπωση ότι οφείλουμε να υποκλινόμαστε στη μεγαλοφυΐα και να πέφτουμε στα γόνατα για την καλοσύνη. Είναι αλήθεια ότι στις μέρες μας η καλοσύνη έχει ζήτηση. Την συζητάμε πολλές φορές μεταξύ μας, ξέρουμε ποιοι την έχουν ανάγκη, αλλά και ξέρουμε ποιοι την προσφέρουν. Για το ποιοι την έχουν ανάγκη το γνωρίζουμε. Όλοι. Την προσφέρουν όμως αφενός οι πολύ δυνατοί άνθρωποι για δικούς τους λόγους, οι «επώνυμοι άνθρωποι», για άγνωστους λόγους και οι κανονικοί άνθρωποι επειδή κατανοούν, συμπάσχουν και πάνω από όλα δεν έχουν κίνητρο.Οι δύο πρώτες κατηγορίες μου είναι παντελώς αδιάφορες. Με την τελευταία όμως αξίζει να ασχοληθούμε.«Παλιά όταν ήμουν μικρός, από τους δρόμους που περνούσαν δυο σειρές αυτοκίνητα προσπαθούσα να περάσω από το ένα πεζοδρόμιο στο άλλο, έχοντας το κεφάλι μου σκυμμένο προς τα κάτω. Μου είχε μείνει από τότε που είχα χάσει ένα εικοσόφραγκο. Τι είχα τραβήξει με το εκείνο το εικοσόφραγκο. Ένα ζαχαροπλαστείο που ήταν παρακάτω πουλούσε τα προφιτερόλ τρείς δραχμές το ένα, δηλαδή, έπαιρνα έξι και μου έμενε και μια δραχμή.Είχα φτάσει μέχρι την πόρτα του ζαχαροπλαστείου να τα πάρω και τα έξι μεμιάς, αλλά πως θα τα έτρωγα, θα με πήγαιναν στο νοσοκομείο. Έπειτα είχα σκεφτεί να αγοράζω ένα κάθε μέρα, αυτό ήταν καλύτερο. Έτσι κι έγινε, την επόμενη μέρα μετά από το μάθημα των αγγλικών έφτασα στην πόρτα του ζαχαροπλαστείου με το βλέμμα καρφωμένο στην βιτρίνα του ψυγείου. Εκείνη την ημέρα ο ζαχαροπλάστης είχε φτιάξει τουλούμπες με δύο δραχμές τη μία, άρα θα αγόραζα δέκα. Αμέσως έβαλα το χέρι μου στην τσέπη του παντελονιού, να σιγουρευτώ για το εικοσόφραγκο, αλλά μάταια το εικοσόφραγκο είχε κυλήσει από την τρύπα που υπήρχε. Πανικοβλήθηκα, χλόμιασα. Εκτός του ότι δεν θα έπαιρνα τις τουλούμπες, εκείνο το εικοσόφραγκο μου το είχε δώσει ο νονός μου, ως δώρο για τα Χριστούγεννα.Την επόμενη μέρα και καθώς έφευγα από το φροντιστήριο αγγλικών, ένας κύριος μου έκανε νόημα να τον πλησιάσω. Αυτό είναι δικό σου μου λέει, και απλώνοντας το χέρι του μου έδωσε το εικοσόφραγκο. Αφού τον ευχαρίστησα μου είχε πει: δεν υπάρχει βαρύτερη τιμωρία παιδί μου από τούτη, να απαντάς στο κακορίζικο με καλοσύνη».Έτσι και τώρα που μεγάλωσα έτυχε να μένω κοντά σε ένα τέτοιο δρόμο με δυο σειρές αυτοκίνητα και με φροντιστήριο αγγλικών. Λέγανε ότι παλιά τα περισσότερα από τα σπίτια αυτού του δρόμου ήταν μονοκατοικίες, σαν ετούτο που στεγάζεται το φροντιστήριο που κάθε χρόνο τέτοια εποχή ντύνεται με στολίδια και φώτα δείχνοντας την τύχη και την καλοσύνη της ψυχής του σε όλους, μα κυρίως στα παιδιά που μπαινοβγαίνουν εκεί όλο το χρόνο, όπως επίσης και στους αδύναμους που τέτοιες μέρες η τύχη τους εξαρτάται από την θέληση των άλλων. Τώρα πια που μεγάλωσα, έμαθα ότι η τύχη και η καλοσύνη απονέμεται στους ικανούς. Όσο γι αυτά τα σπίτια που από παλιά είναι φροντιστήρια, τέτοια φροντιστήρια ξέρουν τι είναι ευτυχία. Αυτό που απομένει είναι αν ξέρουμε εμείς. Όσο για εμένα, συμφωνώ με αυτό που ένα βράδυ το κτήριο του φροντιστηρίου μου ψιθύρισε: «Έπρεπε να γεράσω, αγόρι μου, για να μάθω τι είναι ευτυχία. Τελικά ευτυχία είναι ένα ζευγάρι χέρια, δύο χέρια… Αυτά που θα σε αγκαλιάσουν, θα σε κρατήσουν, θα σε κοιμίσουν, θα σε περιποιηθούν, θα σου μαγειρέψουν, θα σε χαϊδέψουν και στο τέλος θα σου κλείσουν τα μάτια. Τα πολλά χέρια απλά σε κατσιάζουν… Χάσιμο χρόνου. Θα το δεις κι εσύ όσο μεγαλώνεις»,